Μεταμόρφωση του Φράντς Κάφκα από την Ομάδα Σημείο Μηδέν @ Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης

Στα όνειρα του διασχίζει με το τραμ βερολινέζικους δρόμους γεμάτους βαμμένα φράγματα και ανηφορίζει απότομους τοίχους σκεπασμένους με ανθρώπινες ακαθαρσίες. Ενύπνια της νυκτός συντάσσει παθιασμένα “ραβασάκια” που απευθύνει στην αναρχική δημοσιογράφο Μιλένα Γεσένσκα, την επιστολική του “ερωμένη”, κατηγορώντας την ότι έχει “… γίνει διαφορετική σα φάντασμα, ζωγραφισμένη με κιμωλία μέσα στο σκοτάδι.” Όταν συναντήθηκε για πρώτη φορά με την Φελίτσε Μπάουερ, ένα “μουσκεμένο” απόγευμα σε κάποιο φιλικό σπίτι, εκείνος ήταν εικοσιεννέα ετών και η Μπάουερ εικοσιπέντε. Και έπειτα ακολουθεί η συγγραφή του εντυπωσιακά ανησυχητικού και παντοτινά επίκαιρου διηγήματός του η “Μεταμόρφωση”. Τρεις ενδεικτικές αναφορές-ορόσημο στο σκοτεινό μοντερνιστή δημιουργό Φράντς Κάφκα και τα βιωματικά του παρακλάδια, χρονολογικά τοποθετημένες μεταξύ 1912-1915.

Η μετεωριζόμενη “Ομάδα Σημείο Μηδέν”, έχοντας ήδη στο θεατρικό ενεργητικό της το “ανέβασμα” της παράστασης “Στη Σωφρονιστική Αποικία” (2008), εμπνέεται εκ νέου από τις καφκικές αρετές και το αλληγορικό του σύμπαν και με γνώμονα “την μη καθημερινή πλευρά του σώματος που δεν ομοιάζει, που δεν αναπαριστά αποκλειστικά τον εαυτό του”, καταπιάνεται αυτήν τη φορά με την θεατρική μεταφορά της “Μεταμόρφωσης” σε σκηνοθεσία Σάββα Στρούμπου, για δεύτερο κύκλο παραστάσεων, στην αίθουσα Black Box της οδού Πειραιώς 260 (Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης).

Από τις πρώτες κιόλας λέξεις της ολιγοσέλιδης νουβέλας που εκστομίζονται επί σκηνής. Ο Γκρέγκορ Σάμσα έπειτα από ένα ταραγμένο ύπνο βρήκε τον εαυτό μεταμορφωμένο σ’ ένα απεχθές ζωύφιο, ο θεατής στοιχειώνεται από το νοηματικό βάρος αυτής της διατύπωσης και αρχίζει να εγκλωβίζεται στο “αδυσώπητο λαβυρινθώδες πλέγμα ενοχών” του κεντρικού ήρωα (Μιλτιάδης Φιορεντζής). Παρακολουθούμε εναγωνίως την εμμονική, σχεδόν “σχιζοφρενική” του προσπάθεια να κρύψει αυτή την αλλαγή από τον απρόσωπο, φρικτό οικογενειακό του περίγυρο και το πνιγηρό κοινωνικό του περιβάλλον που συμβάλλουν καθημερινά στην περαιτέρω αναπαραγωγή εκείνου του συμπλεγματικού, περιθωριοποιημένου ατόμου μέσω επιβεβλημένων, comme il faut μηχανισμών που εν τέλει απογυμνώνουν τον ήρωά μας από την αληθινή, ανθρώπινη διάσταση του και τον μεταμορφώνουν σε ένα μικροαστικό, πειθαρχημένο πλάσμα, αυτόν που θέλουν εκείνοι να είναι, εύκολο προς χειραγώγηση. Ο Γκρέγκορ Σάμσα, ο μέχρι πρότινος αίρων τα βάρη της οικογένειας, δυστυχώς αποδέχεται τη νέα του ταυτότητα, θεωρεί τον εαυτό του απόκληρο, ένα γιγαντιαίο σιχαμερό ζωύφιο, μιαρό επειδή οι άλλοι τον θεωρούν έτσι. “Είσαι ένα τίποτα” εκτοξεύει με στόμφο ο ανήμπορος, παρασιτικός πατέρας (Θοδωρής Σκυφτούλης ) στον Γκρέγκορ καθαιρώντας τον από όλα του τα αξιώματά και βυθίζοντας τον σε μια αδιέξοδη νοητική δίνη.

Κάθε οντότητα είναι αυστηρά ετεροκαθοριζόμενη, δηλαδή έχει νόημα μόνο η σχέση της με κάτι άλλο, άρα και ο ίδιος ο Γκρέγκορ διαμορφώνει το βλέμμα του σχετικά με το ποιος είναι σε σχέση με την εικόνα που έχουν οι άλλοι για εκείνον σωματοποιώντας την μέχρι τέλους. Όλα τα πρόσωπα του δράματος είναι ταυτόχρονα εξαρτημένα, κατακερματισμένα είδωλα – παρουσιάζονται επί σκηνής σαν γκροτέσκο, ξεχαρβαλωμένα ανθρώπινα ομοιώματα με κινητά μέλη- και εσωτερικά παραμορφωμένα από το ίδιο τους το περιβάλλον, καταδικάζοντας εαυτούς και αλλήλους στην εν λόγω διαδικασία ψυχοσωματικής αλλοτρίωσης. “Ας πρόσεχε, ας μη μεταμορφωνόταν…” ψελλίζει ασθμαίνοντας η αδύναμη, αγνώμων μητέρα (Μαρία-Όλγα Αθηναίου) ώσαν άλλη Πάστα Φλόρα προς το οικογενειακό της τσίρκο. Μιας και το έπραξε όμως, θα τιμωρηθεί με τη μεγαλύτερη σκληρότητα. Η υπέροχη σκηνή- εξαίρετος φωτισμός, μουσική, κίνηση- που εκτυλίσσεται ανάμεσα στον Γκρέκορ και την άλλοτε μουσικόφιλη και πλέον αποστασιοποιημένη αδελφή του Γκραίτε (Ελεάνα Γεωργούλη), το διάχυτο ερωτικό στοιχείο που πλημμυρίζει την εικόνα όταν προσπαθεί να έρθει σε επαφή μαζί της και να της φιλήσει τρυφερά το λαιμό, καθώς και η σκηνή με τον αυταρχικό πλέον πατέρα να πετάει μήλα στην καμπουριασμένη –σαν ακτινογραφία εντόμου- πλάτη του ασύλληπτου ερμηνευτικά Μιλτιάδη Φιορεντζή, προκάλεσαν ρίγη θαυμασμού και συγκίνησης. Ο τρόπος προσέγγισης του έργου από την Ομάδα Σημείο Μηδέν, η σουρρεαλιστική σκηνοθετική ματιά και η διασκευασμένη του απόδοση μέσα από αυτοσχεδιασμούς ήταν μια δύσκολη αποστολή για τους ηθοποιούς που επιτυχώς όμως έφεραν εις πέρας. Κάθε φορά είχαμε την αίσθηση και ένα φόβο που έλλοχευε ότι κατά την παρατεταμένη επιτάχυνση του λόγου τους ή των επαναλαμβανόμενων κινήσεων θα ξέμεναν από ανάσες ή θα ξεχνούσαν τις ατάκες τους. Παρόλα αυτά η εκτέλεση τους ήταν καθ΄όλα άψογη. Ξεχωρίζει η Ελεάνα Γεωργούλη χωρίς καμία πρόθεση μετριασμού των λοιπών ταλαντούχων ηθοποιών που εν καιρώ κρίσης επιμένουν σε ερμηνείες υψηλού επιπέδου και στην δημιουργία τέχνης σαν αυτή που μας χάρισαν το βράδυ του Σαββάτου στο Ίδρυμα Κακογιάννη. Την έχουμε ανάγκη και τους ευχαριστούμε γι’ αυτό.

By Michelle Man

 

Advertisements