Archive for Μαΐου 2012

Κριτική της Νατάσας Κεφαλληνού για το ΠΡΙΝ

Θέατρο: Η μεταμόρφωση του Φ. Κάφκα

της Νατάσας Κεφαλληνού

Για δεύτερη φορά, η νέα και εξαιρετικά ταλαντούχα ομάδα Σημείο Μηδέν, που πρόσφατα βραβεύτηκε  με τον Έπαινο Νέων Δημιουργών από την Ένωση Ελλήνων Θεατρικών Κριτικών –για την παράσταση οι Δίκαιοι του Καμύ- καταπιάνεται με το καφκικό σύμπαν (αφού πρώτα είχε «ανεβάσει» τη Σωφρονιστική Αποικία). Επιλέγει έτσι να παρουσιάσει τη θεατρική εκδοχή της Μεταμόρφωσης, ενός από τα πιο γνωστά διηγήματα του Φραντς Κάφκα. Και μπορεί ο τσέχος συγγραφέας, δημιουργός των εμβληματικών μυθιστορημάτων Η Δίκη,  Ο Πύργος και  Αμερική, να έγραψε τη Μεταμόρφωση το 1912, ωστόσο η επικαιρότητα του μηνύματος της είναι εντυπωσιακή. Εκατό χρόνια μετά, η θεατροποιημένη μορφή του εν λόγω διηγήματος έρχεται να αναδείξει ότι  «οι σύγχρονοι πλέον, μηχανισμοί από-ανθρωποποίησης, εξακολουθούν να παγιδεύουν τους ανθρώπους στα αναρίθμητα γρανάζια μιας καλοκουρδισμένης μηχανής οδύνης», όπως λέει ο σκηνοθέτης Σάββας Στρούμπος.
Η ιστορία της Μεταμόρφωσης είναι απλή όσο και ασύλληπτη. Ο εμπορικός αντιπρόσωπος Γκρέγκορ Σάμσα ζει σε ένα ασφυκτικό οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον γεμάτο ενοχές και φόβους. Μετά από μια ανήσυχη νύχτα, βρίσκει τον εαυτό του μεταμορφωμένο σ’ ένα τεράστιο, απεχθές ζωύφιο. Με αυτήν τη βάση και μέσα από τα μάτια του ήρωα-εντόμου, ο Κάφκα στήνει μια καθαρά ρεαλιστική ιστορία, ένα απολύτως πιστευτό ψυχολογικό πείραμα, που υπογραμμίζεται από πλήθος οδυνηρά εύστοχων λεπτομερειών στην περιγραφή προσώπων και πραγμάτων. Ο συγγραφέας όχι μόνο ξετυλίγει αριστοτεχνικά τις αγωνίες, τις ενοχές και την αλλοτρίωση του σύγχρονου ανθρώπου, αλλά φτάνει και να μεταφράσει αυτήν την άχαρη και ανούσια ύπαρξη σε ύλη, σε σωματική υπόσταση.
Η ομάδα δεν επικεντρώνει στην αναπαραστατική αντιμετώπιση της ιδέας της μεταμόρφωσης του Γκρέγκορ σε ζωύφιο. Περισσότερο την ενδιέφερε η υπαρξιακή διάσταση της μεταμόρφωσης, οι αιτίες που οδηγούν σε αυτή την κατάσταση. Δεν είδε τον Γκρέγκορ ως ενός άτομο που ξαφνικά αποκτά μια αποκλίνουσα συμπεριφορά σε ένα κατά τα άλλα «υγιές» οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Είδαν περισσότερο τον θρυμματισμένο κόσμο της εποχής μας, τα συντρίμμια των αστικών κοινωνιών που μέρα με τη μέρα αυξάνονται, τις κατακερματισμένες ανθρώπινες σχέσεις. Μέσα από αυτό το τοπίο της καταστροφής του αστικού φαντασιακού αναδύθηκε η οικογένεια Σάμσα, ως προϊον της εποχής της.
Στην παράσταση γίνετε μια ιδαίτερα πετυχημένη προσπάθεια να σκιαγραφηθεί η έννοια του «μη παραγωγικού» στις κοινωνίες της εκμετάλλευσης. Η αυταξία της εργασίας και η «ηθική του μεροκαματιάρη» απεκδύονται των κυρίαρχων ιδεολογημάτων τους και παρουσιάζονται περισσότερο ως καταναγκαστικοί μηχανισμοί πειθάρχησης μέσα στις κοινωνίες του κέρδους και της καταπίεσης, εκεί που η εργασία μετρέπεται σε δουλεία και όχι σε ελεύθερη επιλογή και δημιουργία. Βασικός μηχανισμός εμπέδωσης αυτών των «αξιών» είναι η οικογένεια και η κοινωνία που αποτελούν εν τέλει για τον ήρωα μια οδυνηρή μηχανή μεταμόρφωσης. Φυσικά, σε ένα τέτοιο τοπίο τα υπόλοιπα πρόσωπα της οικογένειας δεν παρουσιάζονται ως «κανονικά», αλλά ως γρανάζια αυτής της μηχανής οδύνης.
Τα πρόσωπα της Μεταμόρφωσης δρουν και αντιδρούν σα να είναι μπλεγμένα μεταξύ τους με χιλιάδες νήματα, σε έναν παράλογο λαβύρινθο θρυμματισμένων ειδώλων. Οι βασανιστικά παγιωμένες και επαναλαμβανόμενες κοινωνικές συμπεριφορές που έρχονται σε σύγκρουση με τις ανθρώπινες επιθυμίες αναπαριστούνται και επίς σκηνής, με ευρηματικό τρόπο, αποκαλύπτοντας τη σύγχρονη αλλοτρίωση της ανθρώπινης συνείδησης. Οι εξαιρετικές ερμηνείες, η προτότυπη σκηνοθετική ματιά και η διασκευή του διηγήματος μέσα από τους αυτοσχεδιασμούς και την έρευνά της ομάδας δίνουν ένα ιδαίτερο αποτέλεσμα, που σε κρατά σε εγρήγορση και τα 80 λεπτά της παράστασης, ενώ είναι οδηγός για συζήτηση, σκέψη και προβληματισμό και μετά το πέσιμο της αυλαίας.
Το εγχείρημα της θετρική ομάδας Σημείο Μηδέν είναι αξιοσημείωτο, καθώς συναποφασίζεται η επιλογή των έργων, ορίζεται ίση αμοιβή για κάθε μέλος και προβάλεται μέσα από την προβολή των παραστάσεων της  ένα ξεκάθαρο πολιτικό και κοινωνικό πρόσημο για την τέχνη. Αποδεικνύει δε περίτρανα πως μέσα στη δίνη του Μνημνονίου η νεά γενιά καλλιτεχνών οι 30άρηδες μπορεί να παραμένει όρθια και δημιουργική.
(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στις 6/5/2012)

Κριτική της Μαρώς Τριανταφύλλου για τη Μεταμόρφωση στην εφημερίδα Εποχή

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Η ομάδα «Σημείο Μηδέν» σε μια δυνατή και προκλητική

ερμηνεία του Κάφκα

( Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη)

 

« Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωί από ανήσυχα όνειρα, βρήκε τον εαυτό του στο κρεβάτι μεταμορφωμένο σε ένα τεράστιο απεχθές ζωύφιο». Αυτή είναι η πρώτη φράση της «Μεταμόρφωσης» του Κάφκα. Ίσως να είναι και η σημαντικότερη φράση ολόκληρου του έργου. Ένας άνθρωπος ξυπνά ένα πρωί και διατηρώντας πλήρως την ανθρώπινη συνείδηση έχει μεταβληθεί σε ένα «απεχθές ζωύφιο». Το σώμα υπεισέρχεται στον ορισμό του είδους. Ο άνθρωπος είναι μια αρραγής ενότητα της ιδιάζουσας σωματικής κατασκευής του (δίποδο, περπατά όρθιο, έχει εγκέφαλο, έχει χέρια εύπλαστα, αντίχειρα αντιτακτό χάρη στον οποίο έχει τεράστιες κατασκευαστικές ικανότητες) και της πνευματικής σκευής του (σκέψη, ομιλία, φαντασία, δημιουργικότητα, συνείδηση χρόνου και θανάτου). Πόσο άνθρωπος είναι, αν δεν διαθέτει ανθρώπινο σώμα; Πρόκειται για ερωτήματα που μπήκαν από την αρχαιότητα, όταν οι άνθρωποι, στην προσπάθειά τους να βρουν τα όρια των ζευγών θείο/ανθρώπινο, ζωώδες/ανθρώπινο, μίλησαν γοητευμένοι και έντρομοι, για τέρατα.

Η μυθολογία βρίθει μύθων μεταμόρφωσης ανθρώπων σε ζώα –ποτέ φυσικά το αντίθετο- είτε ως τιμωρία, είτε ως δώρο, είτε ως σωτηρία. Στη  λογοτεχνία αρχαία και νέα δεν είναι σπάνιος τόπος τέτοιες μεταμορφώσεις, που, όμως, όλες έχουν πολιτικοκοινωνικές προεκτάσεις. Στις περισσότερες, είτε προλογικά είτε κάπου μέσα στο κείμενο υπάρχει μια κάποια εξήγηση της μεταμόρφωσης. Στον Κάφκα όχι. Ο Σάμσα γίνεται ένα τεράστιο απεχθές έντομο. Τελεία. Μετά από μια νύχτα με εφιάλτες. Μπορεί να είναι η συνέχεια ενός εφιάλτη; Μπορεί όλη η «Μεταμόρφωση» να είναι ένας εφιάλτης, όταν ξυπνήσει από τον οποίο ο Σάμσα, θα είναι όλα όπως πριν; Αλλά τι θα πει «όλα όπως πριν»; Πότε άρχισε ο πραγματικός εφιάλτης του Γκρέγκορ Σάμσα;

Η βαμπιρική λειτουργία της οικογένειας

Στην ωριμότερη μέχρι σήμερα δουλειά τους, ο Σάββας Στρούμπος και η ομάδα «Σημείο 0», ενισχυμένη με τον εκ των Roswitha Θοδωρή Σκυφτούλη, επιχειρεί μια καταλυτική ανάγνωση-ερμηνεία του καφκικού διηγήματος, όπου τον κύριο ρόλο παίζει η συνθλιπτική λειτουργία της μικροαστικής οικογένειας. Ο Στρούμπος ξεκινά, φαίνεται, από το πιο ενδιαφέρον σημείο του έργου: γιατί αυτή η οικογένεια δεν αντιδρά στο τερατώδες θαύμα;

Παίζοντας με την ιδιότυπη καφκική ειρωνεία, αυτό το δηλητηριώδες χιούμορ που φτάνει στα όρια ενός καταγγελτικού χλευασμού, για να γείρει, με μια λεπτή, σχεδόν αδιόρατη ολίσθηση στο τραγικό παράλογο, ο Στρούμπος διάβασε το κείμενο μέσα από μια μαρξιστική οπτική. Προχώρησε δε την προβληματική των παραστάσεων της ομάδας, που μέχρι τώρα είχε επικεντρωθεί στην έννοια του εγκλεισμού (σε συναλληλία με μια πλούσια γκάμα παράλληλων ή αντιστικτικών εννοιών), μεταφέροντας το κέντρο βάρους στην έννοια της εκμετάλλευσης. Είδε την οικογένεια Σάμσα ως μια βαμπιρική παρουσία που απομυζά πολύπλευρα τα παιδιά της, εν προκειμένω το μεγάλο γιο, που της προσπορίζει με την δουλειά του τα απαραίτητα προς το ζην και το ευ ζην. Το γονεϊκό ζεύγος λειτουργεί ως πολλαπλό σύμβολο –πατριαρχία, καθορισμένοι φυλετικοί ρόλοι μέσα στο ζεύγος και την οικογένεια, ταξική διάρθρωση της καπιταλιστικής κοινωνίας, αλλά και ψυχαναλυτικές υποδηλώσεις παιδοκτονικής διάθεσης. Η πινελιά που πρόσθεσε στο τέλος –η τύχη της μικρής αδελφής- δημιουργεί την αίσθηση ενός σπιράλ επαναλήψεων που δείχνει τις ανθρώπινες περιπτώσεις ως απλά αναλώσιμα στην οικογενειακή –και κατ’ επέκταση στην κοινωνική μηχανή.

Το σκηνικό της μεταμόρφωσης ενώ η μουσική προτείνει

Συνδέοντας το υπαρξιακό με το πολιτικό, όπως το έχουμε δει και σε προηγούμενες δουλειές του, ο Στρούμπος, έστησε μια παράσταση που ερμηνεύει με ένα πολύ προσωπικό αλλά πάντως θεμιτό και μέσα σε πλαίσια που επιτρέπονται από το ίδιο το διήγημα, τρόπο το καφκικό έργο, και βάζει ανελέητα ερωτήματα στο θεατή, που τον αναγκάζει να κατέβει πολύ βαθιά μέσα στην ψυχή του και να επαναπροσδιορίσει έννοιες και συναισθήματα. Το απέριττο σκηνικό του Γιώργου Κολλιού, σκούρα νάυλον ριντώ που σκέπαζαν όλο το χώρο δημιουργώντας μια αίσθηση ασφυκτική, ένα τετράεδρο κλειστό που, ενώ συμβολίζει τον κόσμο της αστικής «ασφάλειας», στην πραγματικότητα γίνεται το πλαίσιο που φιλοξενεί όλους τους φόβους και τις συγκρούσεις, ένας φόβος τελικά και το ίδιο.

Αντιστικτική η μουσική παρέμβαση του Λεωνίδα Μαριδάκη, έντυσε την παράσταση με ήχους τρυφερούς, που υποσκάπτουν ειρωνικά το δήθεν αρραγές οικοδόμημα της οικογένειας Σάμσα, που γυρίζει την πλάτη στη φριχτή αλήθεια. Κατά σημεία, η μουσική δυναμώνει και δημιουργεί ένα στρόβιλο που ενώνεται με τους ήχους που παράγονται από τις πτώσεις των σωμάτων, ενώ αποκτά μια αυτόνομη δύναμη καθώς συνομιλεί με τα πρόσωπα και ακολουθεί ή ορίζει τα σώματα των ηθοποιών όχι πια ως ήχος αλλά ως χώρος δράσης. Τα κοστούμια των Γιώργου Κολλιού και Rebekka Gutsfeld –ειδικά στις δύο γυναίκες του έργου- επισήμαναν τους χαρακτήρες και τα σύμβολα. Οι φωτισμοί του Κώστα Μπεθάνη έχουν λειτουργικό ρόλο και χειρουργούν τον σκηνικό χώρο δημιουργώντας χώρους εγκλεισμού και μεταμορφώσεων.

Υποκριτικά κατορθώματα

Μεγάλα εύσημα σε όλη την υποκριτική ομάδα. Σωματικό το θέατρο της ομάδας «Σημείο Μηδέν», τυραγνάει ανελέητα το σώμα για να αποσπάσει την κραυγή και την παρέμβαση. Η κίνηση αποκτά μια αυτόνομη υλικότητα και μέσα από την επανάληψη σιγουρεύει την κάθοδο στα τρομαχτικά μύχια της ψυχής, χωρίς στιγμή να διακόπτεται η λογική ανάλυση των συναισθημάτων και των καταστάσεων. Νεαρότατη αλλά έμπειρη σ’ αυτό το είδος θεάτρου, η Ελεάννα Γεωργούλη εκπλήττει με την σιγουριά των κινήσεων και την ταυτόχρονη χάρη και πλαστικότητα της παρουσίας της, μια παιδούλα που παραπαίει ανάμεσα στην αδελφική αγάπη και την προσφορά από τη μια, την πλήρη ένταξη στον κόσμο των αξιών που πρεσβεύουν οι γονείς της και την αφομοίωσή της σ’ αυτές, από την άλλη. Μέσα στο αθώο ροζέ φουστανάκι σφάδαζε ένα ερωτών σώμα.  Η Μαρία Αθηναίου –δεύτερη χρονιά συνεργασίας με την ομάδα- έδωσε μια ολοκληρωμένη ερμηνεία ως υστερική μητέρα, που επιθυμεί να είναι κυρίως ερωμένη, επιμελείται τον ερωτικό εαυτό της και τον προβάλλει με τρόπο πομπώδη και καρικατουρίστικο, παρακλητικό και επίμονο, με διαρκές το ερωτικό αίτημα προς τον σύντροφό της.

Ο Θοδωρής Σκυφτούλης ακίνητος στην πολυθρόνα-σύμβολο, παρακολουθεί το μεγαλύτερο μέρος της παράστασης με ένα σαρδόνειο χαμόγελο τα τεκταινόμενα. Ένας pater familiae σίγουρος για τη δύναμή του, που απολαμβάνει την εξουσία του – του αφέντη και του ερωτικού κυρίαρχου. Στέκομαι ιδιαίτερα στο Μίλτο Φιορέντζη. Τον παρακολουθώ από την αρχή της πορείας του στην ομάδα και χαίρομαι πολύ την σταδιακή, μελετημένη υποκριτική του ωρίμανση. Πάλεψε επιτυχώς τις δυσκολίες του ρόλου του, έσταξε αργά-αργά μια τραγικότητα στην κίνησή του, που στο πέταγμα του τέλους γίνεται σπαρακτική: όταν χάνει σιγά-σιγά  τα τελευταία ψήγματα της ανθρώπινης ταυτότητας, ακινητοποιείται σε μια στάση που σβήνει τα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου σώματος και προσπαθεί να κρατηθεί από τη μαγική  επανάληψη του ονόματός του που σβήνει αργά – αργά, ενώ αυτός βυθίζεται στην τερατώδη αλλαγή, την απα-ανθρωποποίηση.

Μαρώ Τριανταφύλλου

maro33@otenet.gr

 

ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ

      «Μεταμόρφωση» από το «Σημείο Μηδέν»

http://www2.rizospastis.gr/story.do?id=6862826&publDate=23/5/2012

Συνεχίζοντας μια σοβαρή πορεία θεματολογικού και αισθητικού προβληματισμού, ασκούμενου με θεατροποιήσεις λογοτεχνικών έργων διαχρονικής αξίας, ο θίασος «Σημείο Μηδέν» (μετά τους «Δίκαιους» του Καμύ), στέγασε (στο Ιδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης»), ένα επίσης αξιόλογο εγχείρημα σκηνικής μεταφοράς της «Μεταμόρφωσης» του Κάφκα. Ενα σπουδαίο, εξπρεσιονιστικής αλληγορίας, διήγημα του γερμανόφωνου Τσέχου συγγραφέα, του οποίου ο αυτοβιογραφικός – αυτοψυχογραφικός «πυρήνας» εμπεριέχει και εκφράζει την υπαρξιακή αγωνία, τον ψυχοδιανοητικό «εφιάλτη» κάθε ανθρώπου ανίσχυρου, καταπιεσμένου, εκμεταλλευόμενου, αλλοτριωμένου, απομονωμένου, εξαιτίας των δομών, αξιών και κανόνων της σύγχρονης κοινωνίας (οικογένειας, εργασίας, κοινωνικού περιβάλλοντος). Η απέχθεια, ο φόβος, το αίσθημα ενοχής και αδυναμίας του Κάφκα, λόγω του εγωτικού, δεσποτικού, απαιτητικού πατέρα του, της εξαντλητικής εργασίας του (δούλευε σε ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία, σπουδάζοντας παράλληλα Νομικά), η ευαίσθητη υγεία του (καιροφυλακτούσε η φυματίωση), η απέχθειά του για την καταπιεστική, γραφειοκρατική, παράλογη κοινωνία, η υπαρξιακή ανασφάλεια, η μοναχικότητα και το στερημένο δικαίωμά του να είναι ο εαυτός του, «τροφοδότησαν» το σύνολο, σχεδόν, του έργου του και εντονότατα τη «Μεταμόρφωση» (1912). Το κεντρικό πρόσωπο του διηγήματος, ο Γκρέγκορ Σάμσα, μετά από μια κοπιαστική εργασιακή ημέρα και μια νύχτα με ανήσυχα όνειρα, εξαναγκάζεται να ξυπνήσει για να είναι εγκαίρως στη δουλειά του. Ξυπνώντας, όμως, έχει μεταμορφωθεί σε «σκαθάρι», που θα συχαίνεται ο πατέρας, θα αποφεύγει η μητέρα, θα συμπονά μόνον η αδελφούλα του, θα τρέφεται με βρωμιές και θα πεθάνει απομονωμένος μέσα σε ένα δωμάτιο – κλουβί, όπου τη θέση του θα πάρει ένα ακόμα καταπιεσμένο πλάσμα, η αδελφή του. Εδώ να σημειωθεί ότι το πρωτότυπο μετέφρασαν οι Σάββας Στρούμπος και Δανάη Σπηλιώτη. Η διασκευή (του θιάσου), στρέφοντας όλη την προσοχή της στα τέσσερα κύρια πρόσωπα και στο ψυχογραφικό χαρακτήρα του έργου, με αποτέλεσμα να περιοριστεί το κοινωνιολογικό εύρος και φόντο του, ώθησε την αναμφίβολα, ενδιαφέρουσα και ατμοσφαιρική, σκηνοθεσία του δημιουργού της ομάδας, Σάββα Στρούμπου, να στραφεί προς μια κινησιολογική ψυχογραφική και λιγότερο χαρακτηρολογική ερμηνεία των τεσσάρων προσώπων, βασιζόμενος αλλά και αξιοποιώντας στο έπακρο την εξαιρετική κινησιολογική ευλυγισία του Μιλτιάδη Φιορέντζη (Γκρέγκορ), όπως και την επίσης εκφραστική κινησιολογική και υποκριτική ικανότητα της Ελεάνας Γεωργούλη (Γκρέτε Σάμσα). Γόνιμη η ερμηνευτική συμβολή και των Σάββα Στρούμπου (λιτός αφηγητής), Μαρίας – Ολγας Αθηναίου και Θοδωρή Σκυφτούλη. Καλαίσθητα τα κοστούμια (Γιώργος Κολιός – Rebecca Gutsfelt) και το σκηνικό (Γ. Κολιός), ατμοσφαιρική η συμβολή των φωτισμών (Κώστας Μπεθάνης) και της μουσικής (Λεωνίδας Μαριδάκης). Αξιέπαινο είναι το βιβλίο – πρόγραμμα της παράστασης, με το πρωτότυπο και τη διασκευή (μετάφραση, κείμενα των Σάββα Στούμπου – Δανάης Σπηλιώτη) Φραντς Κάφκα «»Η μεταμόρφωση» και Αναφορά σε μια Ακαδημία» (εκδόσεις «Νεφέλη»).

ΘΥΜΕΛΗ

Κριτική της Χαράς Κιούση

«Η Μεταμόρφωση» του Φραντς Κάφκα στο Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη

Το Cosmo.gr στην αίθουσα Black Box  στην εξαιρετική «Μεταμόρφωση», με καμιά πενηνταριά θεατές.

Κείμενο: Χαρά Κιούση

Ο Γκρέγκορ Σάμσα, πωλητής, παγιδευμένος στο αρρωστημένο οικογενειακό και εξουθενωτικό επαγγελματικό του περιβάλλον, έχει ύπνο ανήσυχο που συνεχίζεται επί μακρόν, ώσπου μεταμορφώνεται σε ό,τι αποστρέφεται περισσότερο, σε μια τεράστια αποκρουστική κατσαρίδα, αποβάλλοντας τα ανθρώπινα γνωρίσματά του.

Ο Γκρέγκορ είναι ο σύγχρονος άνθρωπος, σ’ ένα κόσμο γυμνό συναίσθημάτων, «στο πανίσχυρο πλέγμα ενοχών και φόβου, που μεταμορφώνει το σώμα και το πνεύμα» και  συνειδητοποιεί ότι δεν έχει θέση πουθενά.

Η παράσταση, έντονα σωματική, θέτει ανυπέρβλητα υπαρξιακά ερωτήματα. Οι ικανότατοι ηθοποιοί – ανιχνευτές, καταφέρνουν να μας βάλουν στις κρυφές, νευρωτικές διαδρομές τους, ενδεδυμένα λιτά κοστούμια που χαρακτηρίζουν το άτομό τους, κινούμενοι σ’ ένα «πλαστικοποιημένο κύβο, που δημιουργεί τον ασφυκτικό χώρο της ψευδούς ασφάλειας», με μια αντιστιξιαική μουσική που κρατά από τον δικό τους παλμό.

Η παράσταση έχει πολύ δυνατές σκηνές (η ερωτική που κορυφώνεται με την εκρηκτική μουσική, η Μεταμόρφωση, η τρυφερότητα των αδελφών και η τελευταία με την αδελφή του Γκρέγκορ που κατεβάζει αυλαία, μ’ έναν υποβλητικό φωτισμό).

Οι θεατές συγκλονισμένοι, σε καταιγισμό επιφωνημάτων, φέρνουν στην σκηνή για τρίτη φορά την ομάδα Σημείο Μηδέν, που  με την απαράμιλλη τέχνη της συνεχίζει να ερευνά το έργο του Κάφκα.

http://www.cosmo.gr/Entertainment/Theatro/Parastaseis/h-metamorfwsh-toy-frants-kafka-sto-idryma-mixalh-kakogiannh.1772453.html

Κριτική από την Ιλειάνα Δημάδη

Θέατρο – Κριτική από την Ιλειάνα Δημάδη

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Του Φραντς Κάφκα . Σκηνοθεσία: Σάββας Στρούμπος

Το πάντα επίκαιρο κείμενο του Κάφκα για έναν υπάλληλο που μεταμορφώνεται ξαφνικά σε γιγάντιο ζωύφιο σε μια ατμοσφαιρική, εξπρεσιονιστική κι έντονα σωματική παράσταση.

Αν δεν είχε γραφτεί κάποιος θα έπρεπε να τη γράψει. Η «Μεταμόρφωση» του Φράντς Κάφκα (1915) είναι από τις πιο αρχετυπικές ιστορίες.  Από την πρώτη στιγμή ο αναγνώστης στοιχειώνεται από μια εικόνα που παλινδρομεί ανάμεσα στη φάρσα και τον εφιάλτη: « Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωί, βρήκε τον εαυτό του μεταμορφωμένο σε ένα τεράστιο απεχθές ζωύφιο». Αυτόν τον ειρωνικό και αμφίθυμο καφκικό τόνο μετάγγισε στην έντονα εξπρεσιονιστική παράσταση του ο Σάββας Στρούμπος. Η διασκευή του διάσημου διηγήματος από τη βραβευμένη ομάδα Σημείο Μηδέν  ( Έπαινος Νέων Δημιουργών από την Ένωση Ελλήνων Θεατρικών Κριτικών 2011) οδηγεί σε μια παράσταση με νεανική φλόγα, αλλά σθεναρή άποψη.

 Ο ταλαίπωρος εμπορικός αντιπρόσωπος , ο οποίος εργάζεται  νυχθημερόν για να παρέχει στους γονείς και τη μικρή αδελφή του μια καλή αστική ζωή – μέχρις ότου αίφνης μεταμορφώνεται, ταυτίζεται σύμφωνα με τον σκηνοθέτη «με τον άνθρωπο μηχανή παροχής υπηρεσιών  σε έναν κόσμο χωρίς καρδιά και πνέυμα  όπως θα έλεγε και ο Μάρξ.» Η παράσταση ζωντανεύει ακριβώς  αυτόν τον κόσμο με λάβρο ύφος και αδρές ερμηνείες.

Σαν εξαρθρωμένες μαριονέτες φαντάζουν τα τέσσερα μέλη της οικογένειας Σάμσα. Αόρατα νήματα θαρρείς και τα συνδέουν, εμπλέκοντας τα στη δίνη μιας συλλογικής νεύρωσης: η μεταμόρφωση του ενός αφορά τους πάντες. Με το ισχνό παρουσιαστικό και την κινησιολογική του δεινότητα, ο Μιλτιάδης Φιορέντζης αναδεικνύεται ιδανικός για το ρόλο του «παραμορφωμένου» Γκρέγκορ. Υποδειγματικές είναι η σωματική ερμηνεία και οι φωνητικές εξάρσεις της Μαρίας-Όλγας Αθηναίου στο ρόλο της υστερικής μητέρας, η οποία σουλατσάρει με αμπιγέ φόρεμα ασορτί με την πολυθρόνα- σύμβολο της. Ας σημειώσουμε εδώ την έξοχη ενδυματολογική πρόταση των Γ. Κολιού – R. Gutsfeld για τις δύο γυναικείες φιγούρες. Ικανότατη είναι και η νεότατη  Ελεάνα Γεωργούλη στο ρόλο της «ροδακινή» άγουρης παιδίσκης. Οι αμέτρητοι αυτοσχεδιασμοί της φανερώνουν δημιουργικότητα, φαντασία και πλαστικότητα. Ο Θοδωρής Σκυφτούλης  έχει εφεύρει για το μακάριο δυνάστη πατέρα μια ταιριαστή φιγούρα – καρικατούρα: σε όλο το πρώτο μέρος της παράστασης μας κοιτάζει μειδιώντας, ενώ λικνίζεται στην κουνιστή του πολυθρόνα. Ο ίδιος ο Σάββας Στρούμπος , έχοντας επωμιστεί το ρόλο του αφηγητή, πέτυχε περισσότερα με την σκηνοθεσία του παρά με την ερμηνεία του.

Υπάρχουν κάποιες παραφωνίες: ορισμένες άγαρμπες πτώσεις και κρότοι των ηθοποιών, μια- δυο ατυχείς επιλογές σκηνικών αντικειμένων, μια στρογγυλάδα σε  σκηνές  που άντεχαν μια πιο αιχμηρή αντιμετώπιση και μια δογματική σοβαρότητα σε στιγμιότυπα που ήθελαν περισσότερο χιούμορ. Κυριαρχεί το ακμαίο ύφος μιας υψηλά αφαιρετικής κλοουνερί  με τη σωματικότητα να τίθεται υπέρ πάντων, δίχως όμως να εκπίπτει στη εύκολη παρωδία  ή στο προφανές γκροτέσκο. Τουναντίον, παρακολουθούμε ένα σοφά δομημένο σκέρτσο με θέμα την τραγελαφική συνθήκη  της ύπαρξης μας. όλοι μεταμορφώνονται σε «κάτι»  εξαιτίας των αμέτρητων – ενδοοικογενειακών, κοινωνικών,  καπιταλιστικών κ.ο.κ – υπερδυνάμεων που ορίζουν τη ζωή μας.