Archive for Ιανουαρίου 2012

Η «Σωφρονιστική Αποικία» του Kafka στον Χώρο Ιστορικής Μνήμης της οδού Κοραή

Η «Σωφρονιστική Αποικία» του Kafka στον Χώρο Ιστορικής Μνήμης 1941-1944 της οδού Κοραή.

Δημοσιευμένο Φεβρουαρίου 8, 2009 Έργα , Παραστάσεις 4 Comments

shmeio_0

«Θεωρώ βασικό χαρακτηριστικό αυτού του κόσμου τη σαθρότητα του. Αν θέλω να αγωνιστώ ενάντια σ’ αυτόν τον κόσμο, πρέπει να προσβάλλω το βασικό του χαρακτηριστικό, δηλαδή τη σαθρότητά του». Franz Kafka

Στη «Σωφρονιστική Αποικία» ένας ερευνητής επισκέπτεται μια αποικία, αποδεχόμενος την πρόσκληση του διοικητή της με σκοπό να παρακολουθήσει μια δημόσια εκτέλεση. Υποψήφιο θύμα ένας στρατιώτης, ο οποίος τιμωρήθηκε για απειθαρχία και ανυπακοή ανωτέρου. Ο στρατιώτης θα υποστεί ένα φριχτό βασανιστήριο. Ένας εγγραφέας θα χαράξει πάνω στο κορμί του το απόσπασμα του νομικού κώδικα που παρέβη. Υπεύθυνος για τη σωστή λειτουργία -του φριχτού στη σύλληψη μέσου βασανισμού και πολύπλοκου στη χρήση- μηχανήματος είναι ένα αξιωματικός ο οποίος γεμάτος περηφάνια εξηγεί στον επισκέπτη πώς το μηχάνημα αυτό με τη βοήθεια ειδικών βελόνων και κατάλληλου προγραμματισμού χαράσσει στο κορμί του τιμωρημένου την εκάστοτε ποινή.

Στη συνέχεια και μετά από μία μακρά συζήτηση του αξιωματικού με τον επισκέπτη, και αφού γίνεται αντιληπτό ότι ο επισκέπτης δεν ενθουσιάζεται από τον τρόπο λειτουργίας του μηχανήματος και συγχρόνως δεν θεωρεί αναγκαία την ύπαρξη μιας τέτοιας μεθόδου, ο αξιωματικός απελευθερώνει τον κατάδικο και παίρνει αυτός τη θέση του. Η επίδειξη του μηχανήματος θα γίνει πάνω στο σώμα του τελευταίου υπερασπιστή του. Η ποινή που θα χαραχτεί τώρα στο δικό του κορμί είναι: «να είσαι δίκαιος». Εξαιτίας, όμως, μιας απροσδόκητης βλάβης, το μηχάνημα αρχίζει να λειτουργεί ακανόνιστα με αποτέλεσμα να καταξεσχίσει το σώμα του αξιωματικού.

Είναι νομίζω προφανές από τα παραπάνω, το πόσο τρομακτικά επίκαιρο είναι το διήγημα του στις μέρες μας. Σ’ αυτό το κείμενο που γράφτηκε το 1914, κατά τη διάρκεια των διακοπών του κι ενώ σκόπευε να δουλέψει το μυθιστόρημα του τη «Δίκη», ο Τσέχος συγγραφέας χρησιμοποιεί κατά την πάγια τεχνική του το μοτίβο του χρονικά και χωροταξικά απροσδιόριστου για να προβληματιστεί και να προβληματίσει σε γενικότερο επίπεδο.

Το γραπτό του Kafka έχει το χάρισμα της οργανικής μετάβασης απ’ το ειδικό στο γενικό. Μέσα από μια συγκεκριμένη ιστορία, ο προβληματισμός επεκτείνεται θέτοντας αλλά και αναζωπυρώνοντας ζητήματα οντολογικού περιεχομένου.

Ο Μισέλ Φουκώ μας παρέχει πληροφορίες για τη λαμπρή ιεροτελεστία των βασανιστηρίων καθώς και τον δημόσιο χαρακτήρα τους σε πολύ παλιότερες εποχές.«Τα βασανιστήρια, δεν αποκαθιστούν τη δικαιοσύνη, ενισχύουν την εξουσία. Από τη μία ο καταδικασμένος φέρει επάνω στο σώμα του ισοβίως την απόφαση της τιμωρίας του, και από την άλλη η κοινωνία αναγνωρίζει τον αποκλίνοντα – τιμωρημένο. Ο νόμος γραμμένος στο σώμα είναι μια αξέχαστη ανάμνηση. Άλλωστε, τη σκληρότητα του νόμου κανένας δεν επιτρέπεται να την ξεχάσει […]υπάρχει μια επικοινωνία ανάμεσα στο αδίκημα και την τιμωρία. Τα βασανιστήρια είναι το αποτέλεσμα ενός μηχανισμού της εξουσίας που υπερηφανεύεται για την δύναμή της πάνω στα σώματα και ταυτόχρονα αντλεί νέα δύναμη από αυτά. Η παραμικρή ανυπακοή θεωρείται προμήνυμα ανταρσίας και πρέπει να τιμωρηθεί παραδειγματικά. Το βασανισμένο κορμί αποτελεί εσαεί πειστήριο της νίκης της εξουσίας. »

Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ο Kafka πραγματεύεται στη «Σωφρονιστική αποικία» αυτό το παλιό αλλά πανταχού παρόν ζήτημα του βασανισμού. Η σχέση του έργου με όλες τις μορφές ολοκληρωτισμού, εξορίας, εγκλεισμού ή βασανισμού είναι παραπάνω από προφανής. Η φανερή του συγγένεια με το συγκεκριμένο ζήτημα των βασανιστηρίων ανθρώπου από άνθρωπο για παραδειγματισμό είναι τρομακτικά αναγνωρίσμη και διαχρονική.

Η ωμότητα του κειμένου, η απόλυτα ρεαλιστική περιγραφή, η διάθεση από πλευράς συγγραφέα να μην κρύψει τίποτα, να μην συγκαλύψει, να μην αποσιωπήσει οδήγησε ήδη απ’ την εποχή του σε ακραίες αντιδράσεις. Λέγεται ότι τον Νοέμβριο του 1916, στο Μόναχο, όταν ο Kafka διάβασε το διήγημα του σ’ ένα μικρό κύκλο ακροατών, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Rainer Maria Rilke, πολλές από τις ακροάτριες λιποθύμησαν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης.

Η νεοσύστατη θεατρική ομάδα «Σημείο Μηδέν» με επικεφαλής της τον Σάββα Στρούμπο μετέφερε σκηνικά το διήγημα του  Kafka σε μια παράσταση που πρέπει- κατά τη γνώμη μου- να συζητηθεί. Οι βασικοί δύο άξονες που κάνουν το όλο εγχείρημα ενδιαφέρον είναι ο τρόπος παράστασης του Καφκικού λόγου αφενός και ο χώρος αφετέρου.

Οι ηθοποιοί του Σημείου Μηδέν υποδύονται τα τέσσερα πρόσωπα, τον Αξιωματικό, τον Παρατηρητή/Αφηγητή, τον Στρατιώτη και τον Κατάδικο με κύριο φορέα έκφρασης το σώμα τους. Σ’ αυτήν την παράσταση το πρωτεύον στοιχείο είναι το σώμα του ηθοποιού. Αυτό είναι ο πρωταγωνιστής. Αυτό θα παράξει τους ήχους που θα ντύσουν «μουσικά» την παράσταση όπου χρειάζεται, αυτό θα ιδρώσει, θα πονέσει, θα βασανιστεί, θα μιλήσει. Το χαρακτηριστικό της δουλειάς αυτής είναι μια ολοκληρωμένη χορογραφία. Οι ηθοποιοί δεν εκφέρουν λόγια. Ζούνε αυτα που λένε ή θα πούν με τα κορμιά τους.

Το θέμα του χώρου εδώ είναι ο πολύ υποβλητικός χώρος των παλιών κρατητηρίων της Κομαντατούρ. Στα υποβλητικά υπόγεια της Κοραή, φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, εκτελέστηκαν άνθρωποι στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Σ’ έναν χώρο ποτισμένο με αίμα, φόβο, πόνο, αγωνία, ελπίδα και προσμονή, τέσσερα νέα παιδιά δίνουν για 1 ώρα κάθε φορά τη δική τους συνεισφορά στη συλλογική μνήμη, χωρίς εφέ ή σκηνικό διάκοσμο. Σ’ ένανχώρο που μπορεί εύκολα να καταπιεί τον ηθοποιό, οι συνετελεστές του Σημείου Μηδέν ανυψώνονται. Σ’ έναν χώρο που μπορεί να πετάξει το ξένο στοιχείο, αυτά τα παιδιά καλωσορίζονται. Κι αυτό γιατί δεν είναι ξένα τελικά ως προς τον χώρο ως προς το ότι τον σέβονται και τον τιμούν. Και μαζί τους καλωσορίζεται και το γραπτό του  Kafka που από κάπου τους κλείνει ίσως το μάτι επιδοκιμάζοντας την επιλογή.

Ο Μίλτος, η Ρόζα, ο Νίκος και η Αντιγόνη δίνουν μάθημα ποιότητας απέναντι στην φτήνεια που μας κατακλύζει καθημερινά. Ο Σάββας Στρούμπος που εμπνεύστηκε την παράσταση, μετέφρασε , διασκεύασε το διήγημα του Kafkaκαι είχε την ευθύνη της σκηνοθεσίας πρέπει να νιώθει περήφανος και δικαιωμένος.

Θα ήθελα να τονίσω ότι είναι η πρώτη θεατρική μεταφορά του εν λόγω διηγήματος στον ελληνικό χώρο και συγχρόνως η πρώτη δουλειά της ομάδας «Σημείο Μηδέν».

Ο Σάββας Στρούμπος, ο Μιλτιάδης Φιορενζής και η Ρόζα Προδρόμου μου έκαναν την τιμή να μου μιλήσουν για την παράσταση, την ομάδα τους, την έμπνευση γι’ αυτή τη δουλειά, τις αγωνίες τους και τις προσδοκίες τους, λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα.

Αν θέλετε να τους ακούσετε πατήστε εδώ.

Τέλος, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι με την υποστήριξη του Goethe-Institut Athen κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Νεφέλη βιβλίο με το κείμενο της παράστασης καθώς και με ένα κείμενο της Άννας Μαρίας Δρουμπούκη για τον «Χώρο Ιστορικής Μνήμης», το οποίο συντάχθηκε με πρωτοβουλία του Goethe-Institut Athen  με σκοπό να διατηρηθεί η μνήμη των όσων διαδραματίστηκαν εκείνη την εποχή.


Advertisements

Πάνω απ’ όλα η επανάσταση, η ζωή ή και τα δύο;

Πάνω απ’ όλα η επανάσταση, η ζωή ή και τα δύο;

Oι Δίκαιοι του Αλμπέρ Καμί από την Ομάδα Σημείο Μηδέν στη Knot Gallery.

Γράφει η Χριστίνα Ανδρέου

Πέμπτη 22 Δεκέμβρη 2011

«Υπάρχει κάτι ακόμα πιο απεχθές κι απ’ το να ’σαι φονιάς. Το να ωθείς στον φόνο κάποιον που δεν είναι φτιαγμένος γι’ αυτό…». Τα λόγια ανήκουν στον Ιβάν Καλιάγιεφ, έναν Ρώσο επαναστάτη σοσιαλιστή ή αλλιώς τον εμβληματικό ήρωα του Αλμπέρ Καμί στο έργο Οι Δίκαιοι, ένα σπουδαίο κείμενο που άφησε διαρκή παρακαταθήκη ο Γάλλος νομπελίστας συγγραφέας και φιλόσοφος σε μια ανήσυχη ανθρωπότητα. Η υπόθεση είναι απλή: ο Καλιάγεφ αναλαμβάνει να εκτελέσει το μεγάλο δούκα Σέργιο, θείο του Τσάρου, στη Μόσχα του 1905, ως μέλος μιας ομάδας επαναστατών που βρίσκουν στον ένοπλο αγώνα τη δύναμη να «συντρίψουν την τυραννία για να επιταχυνθεί η απελευθέρωση του ρωσικού λαού». Η μάχη της συνείδησης, όμως, πριν από την εκτέλεση και κατόπιν αυτής, δεν είναι διόλου απλή υπόθεση. Και ο Καμί αναλαμβάνει να το αποδείξει, τοποθετώντας στο στόμα των ηρώων του μια σειρά από καίρια ερωτήματα ηθικής τάξεως: Η επανάσταση δικαιολογεί τον φόνο; Ο επαναστάτης έχει δικαίωμα στην αγάπη, στην ευτυχία, στην ίδια τη ζωή; Τι είναι δικαιοσύνη και ποιος δικαιούται να την αποδώσει; Πώς δικαιώνεις την ύπαρξή σου, το δίκαιο της Ιδέας σου σε έναν κόσμο που σιωπά στο άδικο; Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Το να υπηρετείς την ελεύθερη βούληση και μόνο, μπορεί να φέρει την εξιλέωση; Αξίζει να πεθάνεις για μιαν ιδέα; Να σκορπίσεις τον θάνατο για μιαν ιδέα; Ο Καλιάγιεφ λέει πως σκοτώνει για να φτιάξει έναν κόσμο χωρίς φονιάδες, πως επιλέγει να είναι εγκληματίας για να ανήκει επιτέλους η γη στους αθώους. Και συμπληρώνει: «Αγαπώ την ομορφιά, την ευτυχία! Γι’ αυτό και μισώ το δεσποτισμό… Σύμφωνοι, πάνω απ’ όλα η επανάσταση! Αλλά η επανάσταση για τη ζωή, για να δώσουμε μια ευκαιρία στη ζωή! Καταλαβαίνεις;…». Ο Καμί βομβαρδίζει τον θεατή, συνειδησιακά, κάθε λεπτό της παράστασης, τα ερωτήματά του τοποθετούνται στο κέντρο της δράσης σαν μια ενοχλητική αλογόμυγα που διαρκώς τσιμπά… Το σίγουρο είναι πως ακόμα και όταν πέσει η αυλαία, θα έχεις πολλά να σκεφτείς…

Τα της παράστασης

Ας αρχίσω λέγοντας πως οι όποιοι αποδέκτες της Τέχνης είναι υποκείμενα με διαφορετικά αισθητικά κριτήρια και βιώματα. Το λέω αυτό γιατί η έκφραση άποψης για μία θεατρική, εν προκειμένω, παράσταση είναι κάτι το τελείως προσωπικό και απόλυτα σεβαστό. Το δικό μου ωραίο, είναι το δικό σου άσχημο. Έτσι, και στην παράσταση Οι Δίκαιοι από την ομάδα Σημείο Μηδέν, εγώ ένιωσα σχεδόν ενθουσιασμένη και παρασυρμένη από τη θεατρική μαγεία-αρτιότητα σε αντίθεση με τη συνοδό μου που απλά… κουράστηκε. Δεν είναι τυχαία αυτή η απόκλιση. Ο σκηνοθέτης-μεταφραστής-πρωταγωνιστής Σάββας Στρούμπος υπήρξε πνευματικό παιδί του Θόδωρου Τερζόπουλου και του θεάτρου ΑΤΤΙΣ και η προσέγγισή του στο κείμενο είναι συγκεκριμένη. Τόσο συγκεκριμένη που είναι σχεδόν απόλυτη. Ή σου αρέσει ή δεν σου αρέσει. Σωματικό θέατρο, τραγικός στόμφος, διαρκής απογύμνωση της εσωτερικότητας του θεατρίνου πάνω στο σανίδι και στα μάτια των θεατών κ.ο.κ. Με άλλα λόγια, δύσκολο, εγκεφαλικό θέατρο. Ίσως και κάποιος να το κατηγοριοποιήσει στο είδος «βαριά κουλτούρα»… Όμως, για μένα, η ομάδα Σημείο Μηδέν δούλεψε σχεδόν με επιστημονική ακρίβεια πάνω στο κείμενο του Καμί, διάβασε κάτω από τις γραμμές και σε στιγμές από το μηδέν άγγιξε το… άπειρο.
Μπράβο και στους πέντε ηθοποιούς -με μια μικρή παρατήρηση για τον υπερβάλλοντα πολλές φορές ζήλο- τη Μαρία Αθηναίου, την Ελεάνα Γεωργούλη, τη Ρόζα Προδρόμου, τον Σάββα Στρούμπο και κυρίως τον Μιλτιάδη Φιορεντζή που έπλασε έναν αλησμόνητο Σκουράτοφ, διοικητή του αστυνομικού τμήματος, κινησιολογικά και λεκτικά. Εύγε και στα κοστούμια της Rebekka Gutsfeld και την εικαστική επιμέλεια του Γιώργου Κολιού, που δημιούργησε ένα συναρπαστικό ασπρόμαυρο σκηνικό, σαν ένα γιγαντιαίο πίνακα του Jakson Pollock. Μάλιστα, χάρη στους υποβλητικούς φωτισμούς του Κώστα Μπεθάνη, τα ζωγραφικά ταμπλό λειτουργούσαν και σαν ένα ιδιότυπο Θέατρο Σκιών.

Το tip του θεατή

Ακόμη και αν «το δύσκολο θέατρο» δεν είναι το φόρτε σου, αναζήτησε στα ράφια των βιβλιοπωλείων από τις Εκδόσεις Νεφέλη το ίδιο το έργο του Albert Camus στην πολύ καλή μετάφραση του Σάββα Στρούμπου. Αξίζει με όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας ή θα συμβούν να διαβάσει κανείς ένα τόσο δυνατό κείμενο πάνω στην έννοια του «επαναστατημένου ανθρώπου», έτσι όπως τον οραματίστηκε ο μεγάλος Καμί.